
Το ακίνητο επί της οδού Τριπόδων 32 αποτελεί εξαίρετο δείγμα αθηναϊκής οικίας, όπως διαμορφώθηκε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και διατηρήθηκε έως τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Πρόκειται για συγκρότημα που περιλαμβάνει τον κυρίως κτηριακό όγκο, τα βοηθητικά προσκτίσματά του και την εσωτερική πλακόστρωτη αυλή, η οποία περιβάλλεται από υψηλό μανδρότοιχο. Το κυρίως λιθόκτιστο κτήριο με «χαγιάτι» αναπτύσσεται σε τρεις στάθμες (ημιυπόγειο, υπερυψωμένο ισόγειο και α΄ όροφο), με ανεξάρτητη κατοικία σε κάθε επίπεδο, η πρόσβαση στις οποίες πραγματοποιούνταν μέσω της αυλής.
Το κτήριο αποτελεί τοπόσημο της περιοχής και είναι ευρύτερα γνωστό ως «Οικία Κοκοβίκου», καθώς χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία του κινηματογραφικού ζεύγους Κοκοβίκου στην ταινία του 1965 «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα». Χαρακτηρίστηκε ως νεότερο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού το 1995 (ΦΕΚ 65/Β΄/1997) και βρίσκεται εντός του χαρακτηρισμένου ιστορικού τόπου της Πλάκας.
Κατά τη δεκαετία του 1990 και έως τις αρχές της δεκαετίας του 2000 πραγματοποιήθηκαν εργασίες αποκατάστασης του κτηρίου, καθώς και ανασκαφικές έρευνες, κατά τις οποίες αποκαλύφθηκαν βάσεις χορηγικών μνημείων, τμήμα του Πεισιστράτειου αγωγού και τμήμα της αρχαίας οδού Τριπόδων. Για την υλοποίηση των ανασκαφικών εργασιών κατεδαφίστηκε βοηθητικό πρόσκτισμα στον αύλειο χώρο, ενώ αφαιρέθηκε και το σύνολο της διαμόρφωσης της αυλής.
Το φυσικό αντικείμενο της Πράξης με τίτλο «Αποκατάσταση νεότερου μνημείου επί της οδού Τριπόδων 32, στην Πλάκα (Οικία Κοκοβίκου)» (MIS 6057366) αφορά την αποκατάσταση του μνημείου, την επανένταξή του στη σύγχρονη ζωή μέσω της επανάχρησής του για τη στέγαση δραστηριοτήτων του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας (ΕΚΚΟΜΕΔ), καθώς και την ανασυγκρότηση της ιστορικής του εικόνας.
Ειδικότερα, προβλέπονται η αποκατάσταση του κυρίως λιθόκτιστου κτηρίου, η ανακατασκευή του αύλειου χώρου σε μεγάλο τμήμα της αρχικής του έκτασης, ώστε να αποκατασταθεί η ιστορική στάθμη της αθηναϊκής αυλής και η αρχική σχέση της με το κτήριο, η οποία σήμερα έχει μεταβληθεί λόγω της ταπείνωσης του εδάφους από την ανασκαφική έρευνα, καθώς και η κατασκευή νέου βοηθητικού κτίσματος, στην ίδια μορφή με εκείνο που κατεδαφίστηκε, με στόχο την αποκατάσταση της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας του παραδοσιακού πλακιώτικου σπιτιού και την κάλυψη των νέων λειτουργικών αναγκών. Το νέο κτήριο θα είναι πλήρως προσβάσιμο σε άτομα με αναπηρία.
Η Πράξη περιλαμβάνει επίσης την πλήρη ανάδειξη των αρχαιοτήτων που έχουν αποκαλυφθεί στον αύλειο χώρο, μέσω εργασιών συντήρησης, στερέωσης και αποκατάστασης. Παράλληλα προβλέπονται η εκπόνηση και εφαρμογή μελετών φωτισμού ανάδειξης και υδραυλικών εγκαταστάσεων, η επικαιροποίηση της αρχιτεκτονικής μελέτης για την ενσωμάτωση των όρων της εγκριτικής απόφασης του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ), καθώς και η σύνταξη μελέτης εφαρμογής.
Στο αντικείμενο της Πράξης περιλαμβάνονται ακόμη δράσεις δημοσιότητας, όπως εκδήλωση παρουσίασης και ηλεκτρονικές αναρτήσεις για την πρόοδο του έργου, καθώς και η παραγωγή εποπτικού υλικού (ενημερωτικές πινακίδες και ενημερωτικό φυλλάδιο) για την προβολή των αρχαιοτήτων του αύλειου χώρου.
Η Πράξη, συνολικού προϋπολογισμού 3.085.000,00 €, έχει ενταχθεί στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Αττική 2021–2027» και συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης.
Η υλοποίησή της θα πραγματοποιηθεί μέσω έξι Υποέργων, με δικαιούχους και φορείς υλοποίησης την Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Αττικής, Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας και Κυκλάδων και την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών.
Το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης της Πράξης εκτείνεται από την 1η Σεπτεμβρίου 2026 έως την 31η Δεκεμβρίου 2029.